• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: fall out, falling-out

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fall out vi phrasalinformal (friends: quarrel)τσακώνομαι, μαλώνω, διαφωνώ, έρχομαι σε ρήξη ρ μ
 They have fallen out and are no longer speaking to each other.
 Τσακώθηκαν και δεν μιλιούνται πλέον.
fall out over [sth] vi phrasal + prep(quarrel because of)τσακώνομαι για κτ, μαλώνω για κτ ρ αμ + πρόθ
 (καθομιλουμένη)πλακώνομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
 (αργκό, μεταφορικά)τα σπάω για κτ έκφρ
 Ian and Gavin fell out over a girl and haven't spoken to each other for a month.
fall out vi phrasal(become detached or lost)πέφτω ρ αμ
  πέφτω έξω ρ αμ + επίρ
 I didn't realise my bag was open; my cell phone fell out and smashed.
 Δεν κατάλαβα ότι είχε ανοίξει η τσάντα μου και το τηλέφωνό μου έπεσε και έγινε κομμάτια.
fall out vi phrasal(military: leave ranks)λύνω τους ζυγούς έκφρ
 After the inspection, the soldiers were ordered to fall out.
 Μετά από την επιθεώρηση οι στρατιώτες διατάχθηκαν να λύσουν τους ζυγούς.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
falling-out ninformal (quarrel)καβγάς, καυγάς, τσακωμός ουσ αρσ
  διαφωνία, διαφορά ουσ θηλ
 Miranda and Colin aren't speaking - they've had a serious falling-out.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση falling out στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «falling out».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!